Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conseiller
01
συμβουλεύω, συνιστώ
donner une opinion ou une idée pour aider quelqu'un à décider
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conseille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
conseillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conseillerai
ενεστώτα μετοχή
conseillant
παθητική μετοχή
conseillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
conseillions
Παραδείγματα
Elle m' a conseillé de ne pas y aller.
Μου σύστησε να μην πάω.
Le conseiller
[gender: masculine]
01
σύμβουλος, παραγγελιοδότης
personne qui donne des conseils professionnels ou personnels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conseillers
Παραδείγματα
Nous avons besoin d' un conseiller pour ce projet.
Χρειαζόμαστε έναν σύμβουλο για αυτό το έργο.



























