Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conseiller
01
συμβουλεύω, συνιστώ
donner une opinion ou une idée pour aider quelqu'un à décider
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conseille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
conseillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conseillerai
ενεστώτα μετοχή
conseillant
παθητική μετοχή
conseillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
conseillions
Παραδείγματα
Le médecin m'a conseillé de me reposer.
Ο γιατρός μου σύστησε να ξεκουραστώ.
Le conseiller
01
σύμβουλος, παραγγελιοδότης
personne qui donne des conseils professionnels ou personnels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conseillers
Παραδείγματα
Il travaille comme conseiller en entreprise.
Εργάζεται ως σύμβουλος σε επιχείρηση.



























