consacrer
con
kɔ̃
κο
sac
sak
σακ
rer
ʁe
ρε
conspirer

Ορισμός και σημασία του "consacrer"στα γαλλικά

consacrer
01

αφιερώνω, αφιερώνω

dédier ou réserver quelque chose à un usage spécifique 
consacrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
consacre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
consacrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
consacrerai
ενεστώτα μετοχή
consacrant
παθητική μετοχή
consacré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
consacrions
Παραδείγματα
Elle consacre deux heures par jour à la lecture. 

Αφιερώνει δύο ώρες την ημέρα στην ανάγνωση.

02

αφιερώνω τον εαυτό μου, αφοσιώνομαι

dédier complètement son temps, son énergie ou sa vie à quelque chose ou quelqu'un 
consacrer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle s'est consacrée à l'éducation de ses enfants. 

Αφιέρωσε τον εαυτό της στην εκπαίδευση των παιδιών της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store