Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consacrer
01
αφιερώνω, αφιερώνω
dédier ou réserver quelque chose à un usage spécifique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
consacre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
consacrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
consacrerai
ενεστώτα μετοχή
consacrant
παθητική μετοχή
consacré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
consacrions
Παραδείγματα
Il consacre ses weekends à travailler bénévolement.
Αφιερώνει τα σαββατοκύριακά του στην εθελοντική εργασία.
02
αφιερώνω τον εαυτό μου, αφοσιώνομαι
dédier complètement son temps, son énergie ou sa vie à quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
Elle veut se consacrer à sa spiritualité.
Θέλει να αφιερώσει τον εαυτό της στην πνευματικότητά της.



























