Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confiant
01
εμπιστευτικός, αυτοπεπεισμένος
qui fait preuve d'une assurance tranquille ou qui accorde facilement sa confiance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus confiant
συγκριτικός βαθμός
plus confiant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
confiant
αρσενικό πληθυντικό
confiants
θηλυκό ενικό
confiante
θηλυκό πληθυντικό
confiantes
Παραδείγματα
Son attitude confiance inspire l' équipe.
Η αυτοπεποίθησή του στάση εμπνέει την ομάδα.
02
αισιόδοξος, εμπιστευτικός
qui croit en un avenir positif et fait facilement confiance aux autres
Παραδείγματα
Son attitude confiante l' aide à surmonter les obstacles.
Η αυτοπεποίθηση στάση του τον βοηθά να ξεπεράσει τα εμπόδια.



























