Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confectionner
01
ετοιμάζω, κατασκευάζω
préparer ou réaliser des aliments, pâtisseries ou plats avec soin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confectionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
confectionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
confectionnerai
παθητική μετοχή
confectionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
confectionnions
Παραδείγματα
Elle confectionne des gâteaux pour les fêtes.
Παρασκευάζει κέικ για τις γιορτές.
02
κατασκευάζω, προετοιμάζω
fabriquer, créer ou assembler quelque chose avec soin, pas uniquement limité aux vêtements ou à la nourriture
Παραδείγματα
Ils ont confectionné un cadeau pour l'anniversaire de leur ami.
Κατασκεύασαν ένα δώρο για τα γενέθλια του φίλου τους.
03
κατασκευάζω, ράβω
fabriquer ou coudre des vêtements ou des objets, souvent avec soin
Παραδείγματα
Elle sait confectionner ses propres robes.
Ξέρει να φτιάχνει τα δικά της φορέματα.



























