Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concurrencer
01
ανταγωνίζομαι με, συναγωνίζομαι με
être en compétition avec quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
concurrence
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concurrençons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
concurrencerai
ενεστώτα μετοχή
concurrençant
παθητική μετοχή
concurrencé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concurrencions
Παραδείγματα
Cette entreprise concurrence les grandes marques.
Αυτή η εταιρεία ανταγωνίζεται τις μεγάλες μάρκες.



























