Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le concours
01
διαγωνισμός, ανταγωνισμός
épreuve ou situation où plusieurs participants s'affrontent pour gagner ou réussir
Παραδείγματα
Les athlètes participent au concours de natation.
Οι αθλητές συμμετέχουν στον διαγωνισμό κολύμβησης.
02
εξετάσεις εισαγωγής, διαγωνισμός εισαγωγής
examen officiel permettant d'accéder à une école ou un poste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
concours
Παραδείγματα
Il prépare le concours pour entrer à l'ENS.
Προετοιμάζεται για τον διαγωνισμό για να εισέλθει στο ENS.



























