Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le concours
01
διαγωνισμός, ανταγωνισμός
épreuve ou situation où plusieurs participants s'affrontent pour gagner ou réussir
Παραδείγματα
Mon frère participe au concours de dessin chaque année.
Ο αδερφός μου συμμετέχει στον διαγωνισμό σχεδίου κάθε χρόνο.
02
εξετάσεις εισαγωγής, διαγωνισμός εισαγωγής
examen officiel permettant d'accéder à une école ou un poste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
concours
Παραδείγματα
Mon frère a échoué au concours de médecine.
Ο αδερφός μου απέτυχε στον διαγωνισμό ιατρικής.



























