la comédie
comé
kɔme
kawme
die
di
di

Ορισμός και σημασία του "comédie"στα γαλλικά

01

κωμωδία, κωμικό έργο

œuvre théâtrale, cinématographique ou littéraire destinée à faire rire 
la comédie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
comédies
Παραδείγματα
La comédie a fait rire tout le public. 

Η κωμωδία έκανε όλο το κοινό να γελάσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store