Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La complicité
[gender: feminine]
01
συνεννόηση, κατανόηση
relation d'entente ou d'amitié entre personnes qui se comprennent bien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La complicité entre le professeur et l' élève favorise l' apprentissage.
Η οικειότητα μεταξύ του δασκάλου και του μαθητή ευνοεί τη μάθηση.
02
συνέργεια, συμμετοχή στο έγκλημα
fait d'aider ou de participer à un crime ou une action illégale
Παραδείγματα
Il a nié toute complicité dans l' attaque.
Αρνήθηκε οποιαδήποτε συνενοχή στην επίθεση.



























