Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La complicité
01
συνεννόηση, κατανόηση
relation d'entente ou d'amitié entre personnes qui se comprennent bien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ils ont une grande complicité depuis l'enfance.
Έχουν μεγάλη συμπλοκή από την παιδική ηλικία.
02
συνέργεια, συμμετοχή στο έγκλημα
fait d'aider ou de participer à un crime ou une action illégale
Παραδείγματα
Il a été arrêté pour complicité dans le vol.
Συνελήφθη για συνέργεια στην κλοπή.



























