Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le compagnon
01
σύντροφος, σύζυγος
personne avec qui on partage sa vie ou ses activités, souvent utilisée pour parler d'un partenaire de vie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compagnons
Παραδείγματα
Un bon compagnon rend la vie plus belle.
Ένας καλός σύντροφος κάνει τη ζωή πιο όμορφη.



























