Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commémoratif
01
αναμνηστικός, επιμνηστικός
qui sert à se souvenir d'un événement ou d'une personne importante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
commémoratif
αρσενικό πληθυντικό
commémoratifs
θηλυκό ενικό
commémorative
θηλυκό πληθυντικό
commémoratives
Παραδείγματα
Une plaque commémorative a été installée sur le mur.
Μια αναμνηστική πλάκα τοποθετήθηκε στον τοίχο.



























