Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le commerce
01
εμπόριο, εμπορική δραστηριότητα
activité d'échange de biens ou de services, ou entreprise commerciale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
commerces
Παραδείγματα
Il travaille dans le commerce international.
Δουλεύει στον διεθνή εμπόριο.
02
κατάστημα, μάγαζο
établissement où l'on vend des produits ou des services
Παραδείγματα
Il a ouvert un commerce près de la gare.
Άνοιξε ένα κατάστημα κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό.
03
αλληλεπίδραση, σχέση
échange ou interaction entre personnes, souvent dans un sens social ou relationnel
Παραδείγματα
Il aime le commerce avec ses voisins.
Του αρέσει η αλληλεπίδραση με τους γείτονές του.
Λεξικό Δέντρο
commercial
commercial
commerce



























