Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coloré
01
πολύχρωμος, ζωηρός
qui a plusieurs couleurs ou des couleurs vives
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus coloré
συγκριτικός βαθμός
plus coloré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
coloré
αρσενικό πληθυντικό
colorés
θηλυκό ενικό
colorée
θηλυκό πληθυντικό
colorées
Παραδείγματα
La chambre des enfants est très colorée.
Το δωμάτιο των παιδιών είναι πολύ πολύχρωμο.
02
ζωντανός, δυναμικός
qui est vivant, dynamique ou plein de vie
Παραδείγματα
La discussion était très colorée et intéressante.
Η συζήτηση ήταν πολύ ζωντανή και ενδιαφέρουσα.



























