coloré
Pronunciation
/kɔlɔʀe/

Ορισμός και σημασία του "coloré"στα γαλλικά

01

πολύχρωμος, ζωηρός

qui a plusieurs couleurs ou des couleurs vives
coloré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus coloré
συγκριτικός βαθμός
plus coloré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
coloré
αρσενικό πληθυντικό
colorés
θηλυκό ενικό
colorée
θηλυκό πληθυντικό
colorées
Παραδείγματα
Ils ont décoré la salle avec des ballons colorés.
Διακόσμησαν την αίθουσα με πολύχρωμες μπαλόνιες.
02

ζωντανός, δυναμικός

qui est vivant, dynamique ou plein de vie
coloré definition and meaning
Παραδείγματα
La fête était colorée et joyeuse.
Το πάρτι ήταν ζωντανό και χαρούμενο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store