la colonnade

Ορισμός και σημασία του "colonnade"στα γαλλικά

La colonnade
[gender: feminine]
01

στοά κιόνων, κολωνάδα

rangée de colonnes alignées et souvent soutenant un toit ou une arcade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
colonnades
Παραδείγματα
Les peintres du XVIIIᵉ siècle aimaient représenter des colonnades majestueuses.
Οι ζωγράφοι του 18ου αιώνα άρεσαν να απεικονίζουν μεγαλοπρεπείς κολωνάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store