Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La colonnade
01
στοά κιόνων, κολωνάδα
rangée de colonnes alignées et souvent soutenant un toit ou une arcade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
colonnades
Παραδείγματα
La colonnade du palais s'étend sur toute la façade.
Η στοά του παλατιού εκτείνεται σε όλο το μέτωπο.



























