la colline
co
κο
lline
lɪn
λιν

Ορισμός και σημασία του "colline"στα γαλλικά

01

λόφος, ύψωμα

une élévation naturelle de terrain, moins haute qu'une montagne 
la colline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
collines
Παραδείγματα
La maison est construite au sommet de la colline. 

Το σπίτι είναι χτισμένο στην κορυφή του λόφου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store