Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le club
[gender: masculine]
01
αθλητικός σύλλογος, αθλητική ένωση
groupe organisé où on pratique des activités sportives
Παραδείγματα
Les membres du club se retrouvent au gymnase.
Τα μέλη του κλαμπ συναντιούνται στο γυμναστήριο.
02
κλαμπ, ντισκοτέκ
lieu où on danse, écoute de la musique et fait la fête la nuit
Παραδείγματα
Le club attire beaucoup de jeunes le week - end.
Ο κλαμπ προσελκύει πολλούς νέους το σαββατοκύριακο.
03
κλαμπ, σύλλογος
groupe de personnes qui se réunissent régulièrement pour partager un intérêt commun
Παραδείγματα
Le club permet aux membres d' échanger des idées.
Ο σύλλογος επιτρέπει στα μέλη να ανταλλάσσουν ιδέες.



























