climatisé
cli
klɪ
kli
ma
ma
ma
tisé
tize
tize

Ορισμός και σημασία του "climatisé"στα γαλλικά

climatisé
01

κλιματιζόμενος, με κλιματισμό

qui est équipé d'un système de climatisation pour réguler la température et parfois l'humidité d'un espace intérieur 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus climatisé
συγκριτικός βαθμός
plus climatisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
climatisé
αρσενικό πληθυντικό
climatisés
θηλυκό ενικό
climatisée
θηλυκό πληθυντικό
climatisées
θεματικό πεδίο
confort, technologie, bâtiment
Παραδείγματα
Le bureau est climatisé pour le confort des employés. 

Το γραφείο είναι κλιματιζόμενο για την άνεση των υπαλλήλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store