Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clignoter
01
αναβοσβήνω, κλείνω τα μάτια
s'allumer et s'éteindre rapidement de manière répétée
Παραδείγματα
Les guirlandes de Noël clignotent en plusieurs couleurs.
Τα χριστουγεννιάτικα φώτα αναβοσβήνουν σε πολλά χρώματα.
02
κλείνω και ανοίγω τα μάτια, αναβοσβήνω
fermer et ouvrir rapidement les yeux
Παραδείγματα
Les acteurs apprennent à ne pas clignoter devant la caméra.
Οι ηθοποιοί μαθαίνουν να μην ανοιγοκλείνουν τα μάτια μπροστά στην κάμερα.



























