Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clignoter
01
αναβοσβήνω, κλείνω τα μάτια
s'allumer et s'éteindre rapidement de manière répétée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
clignote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
clignotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
clignoterai
ενεστώτα μετοχή
clignotant
παθητική μετοχή
clignoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
clignotions
Παραδείγματα
Les guirlandes de Noël clignotent en plusieurs couleurs.
Τα χριστουγεννιάτικα φώτα αναβοσβήνουν σε πολλά χρώματα.
02
κλείνω και ανοίγω τα μάτια, αναβοσβήνω
fermer et ouvrir rapidement les yeux
Παραδείγματα
Les acteurs apprennent à ne pas clignoter devant la caméra.
Οι ηθοποιοί μαθαίνουν να μην ανοιγοκλείνουν τα μάτια μπροστά στην κάμερα.



























