clignoter
clignoter
kliɲɔte
kliniawte
balbutierdésespéréparalyserobscurité

Ορισμός και σημασία του "clignoter"στα γαλλικά

clignoter
01

αναβοσβήνω, κλείνω τα μάτια

s'allumer et s'éteindre rapidement de manière répétée 
clignoter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
clignote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
clignotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
clignoterai
ενεστώτα μετοχή
clignotant
παθητική μετοχή
clignoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
clignotions
Παραδείγματα
Le voyant du tableau de bord se met à clignoter. 

Η λυχνία στον πίνακα οργάνων αρχίζει να αναβοσβήνει.

02

κλείνω και ανοίγω τα μάτια, αναβοσβήνω

fermer et ouvrir rapidement les yeux 
clignoter definition and meaning
Παραδείγματα
Il clignote des yeux à cause de la lumière forte. 

Κλείνει τα μάτια λόγω του ισχυρού φωτός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store