Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clignoter
01
αναβοσβήνω, κλείνω τα μάτια
s'allumer et s'éteindre rapidement de manière répétée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
clignote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
clignotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
clignoterai
ενεστώτα μετοχή
clignotant
παθητική μετοχή
clignoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
clignotions
Παραδείγματα
Le voyant du tableau de bord se met à clignoter.
Η λυχνία στον πίνακα οργάνων αρχίζει να αναβοσβήνει.
02
κλείνω και ανοίγω τα μάτια, αναβοσβήνω
fermer et ouvrir rapidement les yeux
Παραδείγματα
Il clignote des yeux à cause de la lumière forte.
Κλείνει τα μάτια λόγω του ισχυρού φωτός.



























