Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le climat
[gender: masculine]
01
κλίμα, καιρικές συνθήκες
conditions météorologiques d'une région sur une longue période
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
climats
Παραδείγματα
Le climat varie selon les saisons.
Το κλίμα ποικίλλει ανάλογα με τις εποχές.



























