Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cligner
01
κλείνω τα μάτια, κλείνω τα βλέφαρα
fermer et ouvrir rapidement les paupières
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cligne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
clignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
clignerai
ενεστώτα μετοχή
clignant
παθητική μετοχή
cligné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
clignions
Παραδείγματα
Le bébé cligne quand on touche ses cils.
Το μωρό ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά του όταν αγγίζονται οι βλεφαρίδες του.



























