cligner
Pronunciation
/klinjˈe/

Ορισμός και σημασία του "cligner"στα γαλλικά

cligner
01

κλείνω τα μάτια, κλείνω τα βλέφαρα

fermer et ouvrir rapidement les paupières
cligner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cligne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
clignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
clignerai
ενεστώτα μετοχή
clignant
παθητική μετοχή
cligné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
clignions
Παραδείγματα
Le bébé cligne quand on touche ses cils.
Το μωρό ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά του όταν αγγίζονται οι βλεφαρίδες του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store