le ciment
Pronunciation
/si.mɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "ciment"στα γαλλικά

01

τσιμέντο, δεσμευτικό υλικό

poudre utilisée pour fabriquer du béton ou pour coller des matériaux
le ciment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le sac de ciment est trop lourd pour être porté seul.
Ο σάκος τσιμέντου είναι πολύ βαρύς για να μεταφερθεί μόνος του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store