le cil
Pronunciation
/sil/

Ορισμός και σημασία του "cil"στα γαλλικά

Le cil
[gender: masculine]
01

βλεφαρίδα, τρίχα βλεφαρίδας

petit poil qui protège l'œil et empêche la poussière d'y entrer
le cil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cils
Παραδείγματα
Les cils deviennent plus fins avec l' âge.
Οι βλεφαρίδες γίνονται πιο λεπτές με την ηλικία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store