la ciboulette
Pronunciation
/sibulɛt/

Ορισμός και σημασία του "ciboulette"στα γαλλικά

01

σχοινόπρασο, κρεμμυδάκι

plante aromatique aux longues feuilles fines, utilisée pour parfumer les plats
la ciboulette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La ciboulette fraîche est plus parfumée que la ciboulette séchée.
Το φρέσκο σχοινόπρασο είναι πιο αρωματικό από το αποξηραμένο σχοινόπρασο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store