Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chômage
[gender: masculine]
01
ανεργία, έλλειψη εργασίας
situation où une personne n'a pas de travail mais cherche un emploi
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chômages
Παραδείγματα
Le chômage touche beaucoup de jeunes.
Η ανεργία επηρεάζει πολλούς νέους.



























