le chômage
chô
ʃo
sho
mage
mɑ:ʒ
maazh

Ορισμός και σημασία του "chômage"στα γαλλικά

01

ανεργία, έλλειψη εργασίας

situation où une personne n'a pas de travail mais cherche un emploi 
le chômage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chômages
Παραδείγματα
Le chômage augmente dans cette région. 

Η ανεργία αυξάνεται σε αυτήν την περιοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store