Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chuter
01
καταρρέω, πέφτω απότομα
baisser brutalement ( pour une température ou un phénomène météo)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chuterai
ενεστώτα μετοχή
chutant
παθητική μετοχή
chuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chutions
Παραδείγματα
La température a chuté si vite que le lac a gelé.
Η θερμοκρασία έπεσε τόσο γρήγορα που η λίμνη πάγωσε.
02
κατρακυλώ, πέφτω απότομα
diminuer de manière soudaine et importante ( chiffres, réputation)
Παραδείγματα
L'action Tesla a chuté de 15% en une journée.
Η μετοχή της Tesla έπεσε 15% σε μια μέρα.



























