Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chuter
01
καταρρέω, πέφτω απότομα
baisser brutalement (pour une température ou un phénomène météo)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chuterai
ενεστώτα μετοχή
chutant
παθητική μετοχή
chuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chutions
Παραδείγματα
Attention, le vent glacial fait chuter la sensation thermique.
Προσοχή, ο παγωμένος άνεμος προκαλεί απότομη πτώση της αισθητής θερμοκρασίας.
02
κατρακυλώ, πέφτω απότομα
diminuer de manière soudaine et importante (chiffres, réputation)
Παραδείγματα
Le trafic web chute pendant les vacances.
Η κυκλοφορία στο διαδίκτυο πέφτει κατά τις διακοπές.



























