Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chouette
01
ευχάριστος, όμορφος
agréable, joli ou sympathique ; utilisé de façon familière pour exprimer quelque chose de plaisant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus chouette
συγκριτικός βαθμός
plus chouette
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chouette
αρσενικό πληθυντικό
chouettes
θηλυκό ενικό
chouette
θηλυκό πληθυντικό
chouettes
Παραδείγματα
Tu as une voix chouette, très agréable à écouter.
Έχεις μια ωραία φωνή, πολύ ευχάριστη στο ακούσιμο.



























