choqué
cho
ʃɔ
shaw
qué
ke
ke
chiquécloqué

Ορισμός και σημασία του "choqué"στα γαλλικά

01

σοκαρισμένος, συγκλονισμένος

très surpris ou troublé par quelque chose d'inattendu 
choqué definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus choqué
συγκριτικός βαθμός
plus choqué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
choqué
αρσενικό πληθυντικό
choqués
θηλυκό ενικό
choquée
θηλυκό πληθυντικό
choquées
θεματικό πεδίο
émotion, réaction, psychologie
Παραδείγματα
Il était choqué par la nouvelle de l'accident. 

Ήταν choqué από την είδηση του ατυχήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store