chatoyant
chatoyant
ʃatwajɑ̃
σατουαγα

Ορισμός και σημασία του "chatoyant"στα γαλλικά

01

ιριδίζων, αλλάζοντας χρώμα

qui change de couleur selon l'angle de vue ou la lumière 
chatoyant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus chatoyant
συγκριτικός βαθμός
plus chatoyant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chatoyant
αρσενικό πληθυντικό
chatoyants
θηλυκό ενικό
chatoyante
θηλυκό πληθυντικό
chatoyantes
θεματικό πεδίο
lumière, couleur, apparence
Παραδείγματα
La soie chatoyante brillait sous les projecteurs. 

Το αστραφτερό μετάξι λάμπει κάτω από τα προβολείς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store