Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chasser
01
κυνηγώ, καταδιώκω
poursuivre et capturer des animaux pour se nourrir ou pour le sport
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chasserai
παθητική μετοχή
chassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chassions
Παραδείγματα
Les lions chassent dans la savane chaque soir.
Οι λιοντάρια κυνηγούν στη σαβάνα κάθε βράδυ.
02
αποβάλλω, διώχνω
faire sortir quelqu'un ou quelque chose d'un endroit de force
Παραδείγματα
Le roi expel chasse rebelles du château
Ο βασιλιάς διώχνει τους επαναστάτες από το κάστρο.
03
διώχνω, απομακρύνω
éloigner ou faire partir quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Le vent chasse les nuages du ciel
Ο άνεμος διώχνει τα σύννεφα από τον ουρανό.



























