Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chasser
01
κυνηγώ, καταδιώκω
poursuivre et capturer des animaux pour se nourrir ou pour le sport
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chasserai
παθητική μετοχή
chassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chassions
Παραδείγματα
Les loups chassent en meute la nuit.
Οι λύκοι κυνηγούν σε αγέλες τη νύχτα.
02
αποβάλλω, διώχνω
faire sortir quelqu'un ou quelque chose d'un endroit de force
Παραδείγματα
Le professeur chasse l' élève qui triche pendant l' examen
Ο δάσκαλος διώχνει τον μαθητή που κλέβει κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
03
διώχνω, απομακρύνω
éloigner ou faire partir quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Le professeur chasse les élèves qui perturbent la classe
Ο δάσκαλος διώχνει τους μαθητές που διαταράσσουν την τάξη.



























