le chapeau
cha
ʃa
sha
peau
po
po
chameau

Ορισμός και σημασία του "chapeau"στα γαλλικά

01

καπέλο, σκούφος

accessoire porté sur la tête pour se protéger ou pour décorer 
le chapeau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chapeaux
Παραδείγματα
Il porte un chapeau noir. 
02

εισαγωγή, κεφαλίδα

texte court placé en tête d'un article pour en présenter le contenu 
le chapeau definition and meaning
Παραδείγματα
Le chapeau de l'article explique le sujet en quelques lignes. 

Το chapeau του άρθρου εξηγεί το θέμα σε λίγες γραμμές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store