Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chapeau
01
καπέλο, σκούφος
accessoire porté sur la tête pour se protéger ou pour décorer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chapeaux
Παραδείγματα
Les hommes portent souvent un chapeau lors des cérémonies.
02
εισαγωγή, κεφαλίδα
texte court placé en tête d'un article pour en présenter le contenu
Παραδείγματα
Le journaliste a réécrit le chapeau pour le rendre plus accrocheur.
Ο δημοσιογράφος ξαναέγραψε το chapeau για να το κάνει πιο ελκυστικό.



























