Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chantier
[gender: masculine]
01
εργοτάξιο, χώρος κατασκευής
lieu où l'on effectue des travaux de construction ou de réparation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chantiers
Παραδείγματα
Le chantier sera terminé d' ici la fin de l' année.
Ο εργοτάξιο θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του έτους.



























