Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chaire
01
άμβωνας, βήμα
estrade ou pupitre surélevé dans une église, d'où le prêtre ou le prédicateur s'adresse aux fidèles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chaires
Παραδείγματα
Le prêtre monte à la chaire pour commencer son sermon.
Ο ιερέας ανεβαίνει στο άμβωνα για να ξεκινήσει το κήρυγμά του.
02
έδρα, καθηγητική θέση
poste universitaire occupé par un professeur, souvent associé à une discipline spécifique
Παραδείγματα
Elle occupe la chaire de philosophie à l'université.
Κατέχει την έδρα της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο.



























