la casserole
casse
kɑs
kaas
role
ʁɔl
rawl

Ορισμός και σημασία του "casserole"στα γαλλικά

01

κατσαρόλα, τηγάνι

récipient de cuisine avec un manche, utilisé pour faire cuire ou chauffer les aliments sur le feu 
la casserole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
casseroles
Παραδείγματα
L'eau bout dans la casserole. 

Το νερό βράζει στην κατσαρόλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store