Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cascade
[gender: feminine]
01
καταρράκτης, κατάρρευση νερού
chute d'eau naturelle qui tombe d'un endroit élevé
Παραδείγματα
L' eau de la cascade est très claire et froide.
Το νερό του καταρράκτη είναι πολύ καθαρό και κρύο.
02
επικίνδυνη σκηνή, ακροβατικό
action dangereuse réalisée au cinéma par un cascadeur
Παραδείγματα
Cette cascade a nécessité plusieurs semaines d' entraînement.
Αυτό το ακροβατικό απαιτούσε αρκετές εβδομάδες προπόνησης.



























