Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cartographe
01
spécialiste qui réalise, étudie ou met à jour des cartes géographiques , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le cartographe a créé une carte détaillée de la région.



























