carreler
carreler

Ορισμός και σημασία του "carreler"στα γαλλικά

carreler
01

στρώνω πλακάκια, καλύπτω με πλακάκια

recouvrir un sol, un mur ou une surface avec des carreaux, généralement en céramique, en pierre ou en faïence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
carrelle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
carrelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
carrelerai
παθητική μετοχή
carrelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
carrelions
Παραδείγματα
Ils vont carreler la salle de bain demain. 

Θα στρώσουν πλακάκια στο μπάνιο αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store