le carrelage
Pronunciation
/kaʀlaʒ/

Ορισμός και σημασία του "carrelage"στα γαλλικά

Le carrelage
[gender: masculine]
01

τοποθέτηση πλακιδίων, επένδυση με πλακάκια

revêtement de sol ou mural composé de carreaux assemblés
le carrelage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carrelages
Παραδείγματα
Le carrelage de la cuisine est facile à nettoyer.
Τα πλακάκια της κουζίνας είναι εύκολο να καθαριστούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store