le carrelage
carre
kaʁ
kar
lage
laʒ
lazh
cartilage

Ορισμός και σημασία του "carrelage"στα γαλλικά

01

τοποθέτηση πλακιδίων, επένδυση με πλακάκια

revêtement de sol ou mural composé de carreaux assemblés 
le carrelage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carrelages
Παραδείγματα
Le carrelage de la salle de bain est en céramique. 

Τα πλακάκια του μπάνιου είναι κεραμικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store