Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le carrelage
[gender: masculine]
01
τοποθέτηση πλακιδίων, επένδυση με πλακάκια
revêtement de sol ou mural composé de carreaux assemblés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carrelages
Παραδείγματα
Le carrelage de la cuisine est facile à nettoyer.
Τα πλακάκια της κουζίνας είναι εύκολο να καθαριστούν.



























