le carrefour
Pronunciation
/kaʀfuʀ/

Ορισμός και σημασία του "carrefour"στα γαλλικά

01

διασταύρωση, σταυροδρόμι

endroit où plusieurs routes se croisent
le carrefour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carrefours
Παραδείγματα
Un accident a eu lieu au carrefour.
Ένα ατύχημα συνέβη στη διασταύρωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store