le carrefour
carre
kaʁ
kar
four
fuʁ
foor
carreleur

Ορισμός και σημασία του "carrefour"στα γαλλικά

01

διασταύρωση, σταυροδρόμι

endroit où plusieurs routes se croisent 
le carrefour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carrefours
Παραδείγματα
Ils se sont arrêtés au carrefour. 

Σταμάτησαν στη διασταύρωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store