Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le carrefour
[gender: masculine]
01
διασταύρωση, σταυροδρόμι
endroit où plusieurs routes se croisent
Παραδείγματα
Un accident a eu lieu au carrefour.
Ένα ατύχημα συνέβη στη διασταύρωση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διασταύρωση, σταυροδρόμι