carnivore
car
kaʁ
kar
ni
ni
ni
vore
vɔʁ
vawr
herbivoredinosaurealligatorlabrador

Ορισμός και σημασία του "carnivore"στα γαλλικά

01

σαρκοφάγος, σαρκοφάγος

qui se nourrit de chair ou de viande 
carnivore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
carnivore
αρσενικό πληθυντικό
carnivores
θηλυκό ενικό
carnivore
θηλυκό πληθυντικό
carnivores
Παραδείγματα
Le lion est un animal carnivore. 

Ο λιοντάρι είναι ένα σαρκοφάγο ζώο.

01

σαρκοφάγος, θηλαστικό σαρκοφάγο

animal qui se nourrit principalement de viande 
le carnivore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carnivores
Παραδείγματα
Le lion est un carnivore redoutable. 

Ο λιοντάρι είναι ένας τρομερός σαρκοφάγος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store