Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le carbone
[gender: masculine]
01
άνθρακας, στοιχείο άνθρακα
élément chimique essentiel à la vie, présent dans tous les composés organiques
Παραδείγματα
Une alimentation riche en carbone est essentielle pour certaines expériences chimiques.
Μια διατροφή πλούσια σε άνθρακα είναι απαραίτητη για ορισμένα χημικά πειράματα.



























