la carafe
Pronunciation
/kaʀaf/

Ορισμός και σημασία του "carafe"στα γαλλικά

La carafe
[gender: feminine]
01

καράφα, κανάτα

récipient en verre utilisé pour servir de l'eau ou du vin
la carafe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
carafes
Παραδείγματα
La carafe est vide, il faut la remplir.
Η καράφα είναι άδεια, πρέπει να τη γεμίσουμε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store