Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caoutchouteux
01
καουτσουκένιος, ελαστικός
qui a une texture élastique, molle et résistante, souvent utilisé pour les aliments ou matériaux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus caoutchouteux
συγκριτικός βαθμός
plus caoutchouteux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caoutchouteux
αρσενικό πληθυντικό
caoutchouteux
θηλυκό ενικό
caoutchouteuse
θηλυκό πληθυντικό
caoutchouteuses
Παραδείγματα
Il n' aime pas les fruits caoutchouteux.
Δεν του αρέσουν τα καουτσούκ φρούτα.



























