le camping
camping
kɑ̃pɪng
kaaping

Ορισμός και σημασία του "camping"στα γαλλικά

01

κατασκήνωση, κατασκηνώνω

activité de passer du temps en plein air, souvent avec une tente 
le camping definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
campings
Παραδείγματα
Nous faisons du camping chaque été au bord du lac. 

Κάνουμε κατασκήνωση κάθε καλοκαίρι στη λίμνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store