Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le camping-car
01
καραβάν, οικιακό όχημα
véhicule motorisé équipé d'un espace pour dormir, cuisiner et se laver, permettant de voyager et séjourner sans infrastructure extérieure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
camping-cars
Παραδείγματα
Le camping-car est prêt pour le voyage en montagne.
Το καμπινγκ είναι έτοιμο για το ταξίδι στο βουνό.



























