Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calmer
01
ηρεμώ, καθησυχάζω
rendre quelqu'un ou quelque chose moins agité ou stressé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
calme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
calmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
calmerai
παθητική μετοχή
calmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
calmions
Παραδείγματα
Prendre de grandes respirations aide à calmer le stress.
Η λήψη βαθιών αναπνοών βοηθά να ηρεμήσει το άγχος.
02
καθησυχάζω, ηρεμώ
apaiser une émotion forte ou une agitation
Παραδείγματα
La nature calme souvent les esprits agités.
Η φύση συχνά ηρεμεί τα ανήσυχα πνεύματα.



























