calmer
Pronunciation
/kalmˈe/

Ορισμός και σημασία του "calmer"στα γαλλικά

calmer
01

ηρεμώ, καθησυχάζω

rendre quelqu'un ou quelque chose moins agité ou stressé
calmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
calme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
calmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
calmerai
παθητική μετοχή
calmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
calmions
Παραδείγματα
Prendre de grandes respirations aide à calmer le stress.
Η λήψη βαθιών αναπνοών βοηθά να ηρεμήσει το άγχος.
02

καθησυχάζω, ηρεμώ

apaiser une émotion forte ou une agitation
Παραδείγματα
La nature calme souvent les esprits agités.
Η φύση συχνά ηρεμεί τα ανήσυχα πνεύματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store