le calmant
Pronunciation
/kalmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "calmant"στα γαλλικά

Le calmant
[gender: masculine]
01

καταπραϋντικό, ηρεμιστικό

médicament ou substance qui réduit la douleur, la nervosité ou l'anxiété
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
calmants
Παραδείγματα
Elle préfère les méthodes naturelles plutôt que les calmants chimiques.
Προτιμά τις φυσικές μεθόδους αντί των χημικών καταπραϋντικών.
01

καταπραϋντικός, ηρεμιστικός

qui apaise la douleur, la tension ou la nervosité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus calmant
συγκριτικός βαθμός
plus calmant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
calmant
αρσενικό πληθυντικό
calmants
θηλυκό ενικό
calmante
θηλυκό πληθυντικό
calmantes
Παραδείγματα
L' atmosphère du spa est très calme et calmante.
Η ατμόσφαιρα του σπα είναι πολύ ήρεμη και καθησυχαστική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store