Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le calmant
[gender: masculine]
01
καταπραϋντικό, ηρεμιστικό
médicament ou substance qui réduit la douleur, la nervosité ou l'anxiété
Παραδείγματα
Elle préfère les méthodes naturelles plutôt que les calmants chimiques.
Προτιμά τις φυσικές μεθόδους αντί των χημικών καταπραϋντικών.
calmant
01
καταπραϋντικός, ηρεμιστικός
qui apaise la douleur, la tension ou la nervosité
Παραδείγματα
L' atmosphère du spa est très calme et calmante.
Η ατμόσφαιρα του σπα είναι πολύ ήρεμη και καθησυχαστική.



























