Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calmer
01
ηρεμώ, καθησυχάζω
rendre quelqu'un ou quelque chose moins agité ou stressé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
calme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
calmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
calmerai
παθητική μετοχή
calmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
calmions
Παραδείγματα
La musique douce peut calmer les enfants.
Η απαλή μουσική μπορεί να ηρεμήσει τα παιδιά.
02
καθησυχάζω, ηρεμώ
apaiser une émotion forte ou une agitation
Παραδείγματα
La présence d'un ami peut calmer une grande tristesse.
Η παρουσία ενός φίλου μπορεί να κατευνάσει μια μεγάλη θλίψη.



























